Χρόνια το περίμεναν, όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια: Κοντού και Κωνσταντίνου δεν πρόλαβαν να ζήσουν μαζί την μεγάλη επιθυμία τους

Η Οικία Κοκοβίκου, το ιστορικό σπίτι της ο...

Χρόνια το περίμεναν, όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια: Κοντού και Κωνσταντίνου δεν πρόλαβαν να ζήσουν μαζί την μεγάλη επιθυμία τους

Η Οικία Κοκοβίκου, το ιστορικό σπίτι της οδού Τριπόδων στην Πλάκα που συνδέθηκε όσο λίγα με τον ελληνικό κινηματογράφο, ετοιμάζεται να αποκτήσει μια νέα ζωή. Το κτίριο, που πέρασε στη συλλογική μνήμη ως το σπίτι της «Ελένης και του Αντωνάκη» από την εμβληματική ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», δεν θα αποτελεί πλέον μόνο κινηματογραφικό σημείο αναφοράς, αλλά και έναν οργανωμένο αρχαιολογικό και πολιτιστικό χώρο ανοιχτό στο κοινό.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση μετά τον θάνατο της Μάρως Κοντού. Η σπουδαία ηθοποιός, μαζί με τον συμπρωταγωνιστή της Γιώργο Κωνσταντίνου, είχε εκφράσει πολλές φορές την επιθυμία να δει το ιστορικό σπίτι να αποκαθίσταται και να αποκτά ξανά τη θέση που του αξίζει στον πολιτιστικό χάρτη της Αθήνας. Ένα όνειρο που, δυστυχώς, δεν πρόλαβε να δει να γίνεται πραγματικότητα. Παράλληλα, διαβάστε εδώ το συγκινητικό «αντίο» του ηθοποιού.

Από κινηματογραφικό σκηνικό σε μνημείο της Αθήνας

Για δεκαετίες, το σπίτι της οδού Τριπόδων 32 ταυτιζόταν αποκλειστικά με την ταινία που σημάδεψε τον ελληνικό κινηματογράφο. Η αυλή όπου εκτυλίχθηκαν οι χαρακτηριστικοί διάλογοι ανάμεσα στην Ελένη και τον Αντωνάκη έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της παλιάς Αθήνας. Ωστόσο, πίσω από τη μεγάλη κινηματογραφική του ιστορία, το κτίριο κρύβει μια ακόμη πιο μακρά διαδρομή, η οποία εκτείνεται σε περισσότερους από δύο χιλιάδες χρόνια. Οι ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου και στην αυλή αποκάλυψαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία αποτυπώνουν τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής από την κλασική αρχαιότητα έως και τα βυζαντινά χρόνια.

Κάτω από την αυλή που έγινε γνωστή μέσα από τον κινηματογράφο, οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως τμήματα της αρχαίας Αθήνας. Σε βάθος περίπου δύο μέτρων εντοπίστηκε το δυτικό ανάλημμα της αρχαίας οδού Τριπόδων, μαζί με λίθινους και πήλινους αγωγούς ύδρευσης, οι οποίοι μαρτυρούν την οργανωμένη πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης ήδη από την αρχαιότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποκάλυψη κλιμακωτής ανόδου με τουλάχιστον τέσσερις βαθμίδες, καθώς και δύο τετράγωνων κρηπίδων που εκτιμάται ότι αποτελούσαν βάσεις χορηγικών μνημείων. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ακόμη κατάλοιπα παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών κατασκευών, καθώς και μία φρεατοδεξαμενή που περιείχε πλούσιο αρχαιολογικό υλικό από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.

Ανάμεσα στα ευρήματα περιλαμβάνονται αγγεία συμποσίων, καθημερινά οικιακά σκεύη και αντικείμενα που φωτίζουν πλευρές της καθημερινής ζωής των κατοίκων της αρχαίας Αθήνας. Οι αρχαιολόγοι επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει μοναδική στρωματογραφία, καθώς αποτυπώνει διαδοχικές φάσεις της ιστορίας της πόλης χωρίς να έχει διακοπεί ποτέ η ανθρώπινη παρουσία.

Το σχέδιο αποκατάστασης

Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά πλέον στην προστασία και ανάδειξη τόσο του ιστορικού κτιρίου όσο και των αρχαιολογικών καταλοίπων που βρίσκονται κάτω από αυτό. Το έργο προβλέπει τη δημιουργία υπερυψωμένου δαπέδου στην αυλή, ώστε τα αρχαία να παραμένουν προστατευμένα αλλά και ορατά στους επισκέπτες.

Παράλληλα θα διαμορφωθεί ανεξάρτητη είσοδος από την οδό Τριπόδων, ενώ προβλέπεται πλήρης προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία, σύγχρονα συστήματα αποστράγγισης, ειδικός φωτισμός και ενημερωτικές πινακίδες που θα παρουσιάζουν την ιστορία του χώρου. Στόχος είναι ο επισκέπτης να μπορεί να γνωρίσει ταυτόχρονα την κινηματογραφική και την αρχαιολογική ταυτότητα της Οικίας Κοκοβίκου.

Η αναγέννηση της Οικίας Κοκοβίκου αποκτά ιδιαίτερη συναισθηματική αξία μετά την απώλεια της Μάρως Κοντού. Η ηθοποιός, που ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με τον ρόλο της Ελένης, είχε εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία να δει το ιστορικό σπίτι να ανακαινίζεται και να μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές. Το ίδιο όνειρο είχε μοιραστεί και ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο αξέχαστος «Αντωνάκης», ο οποίος επίσης είχε αναφερθεί στη σημασία της διάσωσης του ιστορικού κτιρίου που συνδέθηκε με μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών.