Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα της έμφυλης βίας, με αφορμή τη νέα γυναικοκτονία που συγκλόνισε τη Νέα Σμύρνη. Στο «μαύρο» τοπίο των στατιστικών του 2026, όπου οι γυναικοκτονίες συνεχίζουν να προσθέτουν τραγικούς τίτλους στα δελτία ειδήσεων, η ανάγκη για δημόσιο διάλογο και ουσιαστική τοποθέτηση γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Η Ευδοκία Τσαγκλή, μιλώντας ανοιχτά και κουβαρντώντας το βαρύ αποτύπωμα του δικού της βιώματος ως επιζώσα σοβαρής σωματικής κακοποίησης, παίρνει θέση απέναντι στην αμφισβήτηση του όρου «γυναικοκτονία». Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τη φρικτή δυναμική του «φεύγω – όχι, δεν θα φύγεις», εξοργίζεται με δημόσιες τοποθετήσεις προσώπων που επηρεάζουν την κοινή γνώμη και επιχειρούν να υποβαθμίσουν το φαινόμενο.
Όπως χαρακτηριστικά υπενθυμίζει δανειζόμενη τα λόγια του Jef Mallet, «η άποψη πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της σκέψης, όχι το υποκατάστατό της». Η ουσία του προβλήματος δεν κρύβεται απλώς σε μια λέξη, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται, οριοθετεί και τελικά δομεί την πραγματικότητά της.
Ο όρος «γυναικοκτονία» ως πολιτική ασπίδα
Εξ ορισμού πολιτικός και όχι ουδέτερος, ο όρος femicide ή feminicidio γεννήθηκε ως αντίδοτο στο επικίνδυνο αφήγημα του «εγκλήματος πάθους». Για χρόνια, οι δολοφονίες γυναικών από συντρόφους ή συζύγους καλύπτονταν πίσω από δικαιολογίες περί «στιγμιαίου θυμού», «ζήλιας» ή μιας στρεβλής αντίληψης περί αγάπης, η οποία συνοδευόταν από το επικίνδυνο στερεότυπο: «όσο πιο πολύ την αγαπούσε, τόσο λιγότερο άντεξε και τη σκότωσε».
Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» δεν αποτελεί μια απλή γλωσσική επιλογή. Αποτελεί μια απαραίτητη ασπίδα απέναντι στην αφαίρεση της ευθύνης. Δεν πρόκειται για ιδιωτικές υποθέσεις ή μεμονωμένες «οικογενειακές τραγωδίες», αλλά για δημόσιο τραύμα. Τα στοιχεία μιλούν μόνα τους: η πλειοψηφία των γυναικών δολοφονείται μέσα στο ίδιο της το σπίτι από ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι τις αγαπούσαν, ενώ τα επίσημα δεδομένα αποτυπώνουν μια τεράστια ασσυμετρία ανάμεσα στα φύλα, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων από οικείους δέκτες πλήττεται βάναυσα, καταδεικνύοντας ότι το πρόβλημα έχει δομικά και συστημικά χαρακτηριστικά.
Από τη λέξη στη θεσμική δράση
Το να ονομάζουμε τα πράγματα με το όνομα τους είναι ο μόνος τρόπος για να αρχίσουμε να τα μετρούμε. Και ό,τι δεν μετριέται, δεν αξιολογείται ούτε βελτιώνεται αντίθετα, εγκαταλείπεται στη λήθη.
Η λέξη είναι απλώς η αρχή της απόδοσης δικαιοσύνης και όχι η απόδειξη από μόνη της.
Η πραγματική αλλαγή απαιτεί ισχυρές δομές στήριξης, επαρκή χρηματοδότηση και άμεση κρατική και κοινωνική δράση.
Η προστασία των γυναικών δεν μπορεί να επαφίεται στην τύχη ή στην καθυστερημένη αντίδραση των μηχανισμών ασφαλείας.
Σε μια χώρα όπου οι παραδόσεις και τα στερεότυπα συχνά βαραίνουν την κοινωνική συνείδηση, η τιμή στους νεκρούς απαιτεί να μην πεθαίνει κανείς ανώνυμα και αβοήθητος. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αποδεικνύεται το δίκιο εκ των υστέρων, αλλά να προλαμβάνεται το κακό.
Η αλληλεγγύη ως δύναμη αλλαγής
Το μήνυμα της Ευδοκίας Τσαγκλή απευθύνεται ανοιχτά σε κάθε γυναίκα, υπενθυμίζοντας ότι η αλληλεγγύη και η αμοιβαία στήριξη αποτελούν θεμέλιο λίθο της προσωπικής και συλλογικής χειραφέτησης: «Όσο ανεβάζετε τις γυναίκες γύρω σας, άλλο τόσο ανεβαίνετε εσείς».
Παράλληλα, θέτει τα όρια της αξιοπρέπειας και της ασφάλειας, τονίζοντας με έμφαση πως όποιος ασκεί βία απέναντι σε μια γυναίκα παύει να ανταποκρίνεται στην έννοια του άντρα. Ο δρόμος για την ισότητα και την ασφάλεια παραμένει μακρύς και απαιτητικός, ωστόσο η αρχή γίνεται από την αλήθεια: την απόρριψη της σιωπής, την κατάργηση των δικαιολογιών και τη συνειδητοποίηση ότι η έμφυλη βία αφορά ολόκληρη την κοινωνία.