Οι μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενικών προσώπων μπορεί να φαίνονται απλές, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο της φορολογικής διοίκησης. Η ΑΑΔΕ δεν εξετάζει μόνο εάν υποβλήθηκε κανονικά μια δήλωση δωρεάς ή γονικής παροχής, αλλά μπορεί να αναζητήσει ολόκληρη τη διαδρομή που ακολούθησαν τα χρήματα: ποιος τα έστειλε, ποιος τα έλαβε, πόσο παρέμειναν σε έναν τραπεζικό λογαριασμό και εάν στη συνέχεια κατέληξαν σε τρίτο συγγενικό πρόσωπο. Καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο παίζουν επίσης οι φορολογικές δηλώσεις, τα στοιχεία του myProperty και η οικονομική δυνατότητα του προσώπου που εμφανίζεται ως δωρητής.
Οι διαδοχικές δωρεές και τα στοιχεία που μπορούν να κινήσουν υποψίες
Το βασικό ζήτημα στις διαδοχικές οικογενειακές μεταφορές είναι εάν πρόκειται πράγματι για δύο διαφορετικές δωρεές ή εάν ένα συγγενικό πρόσωπο χρησιμοποιείται ουσιαστικά ως ενδιάμεσος ώστε τα χρήματα να φτάσουν στον πραγματικό τελικό αποδέκτη με ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση κατά την οποία ένα παιδί μεταφέρει ένα χρηματικό ποσό σε έναν γονέα και εκείνος, λίγο αργότερα, μεταφέρει αντίστοιχο ποσό στο άλλο παιδί του. Μεμονωμένα, οι δύο συναλλαγές πραγματοποιούνται μεταξύ συγγενών που εντάσσονται στην Α΄ κατηγορία. Υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, στις δωρεές και γονικές παροχές μεταξύ προσώπων αυτής της κατηγορίας εφαρμόζεται αφορολόγητο όριο έως 800.000 ευρώ.
Η εικόνα αλλάζει, ωστόσο, εάν από τον φορολογικό έλεγχο προκύψει ότι ο γονέας δεν ήταν ο πραγματικός οικονομικός αποδέκτης, αλλά χρησιμοποιήθηκε απλώς για να μεταφερθούν τα χρήματα από το ένα αδελφό στο άλλο. Εφόσον η φορολογική διοίκηση τεκμηριώσει ότι αυτή ήταν η πραγματική συναλλαγή, η φορολογική αντιμετώπιση μπορεί να γίνει με βάση τη συγγένεια μεταξύ του αρχικού δωρητή και του τελικού δικαιούχου. Στην περίπτωση χρηματικής δωρεάς μεταξύ αδελφών, η επιβάρυνση μπορεί να ανέλθει σε 20% από το πρώτο ευρώ. Γι’ αυτό ένα από τα πρώτα στοιχεία που εξετάζονται είναι οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών. Οι ελεγκτές μπορούν να αναζητήσουν την αρχική προέλευση του ποσού, την πίστωση στον λογαριασμό του συγγενή και την επόμενη μεταφορά του.
Ιδιαίτερη προσοχή μπορεί να προκαλέσει μια ακολουθία κατά την οποία εισέρχεται, για παράδειγμα, ένα μεγάλο ποσό σε έναν λογαριασμό και ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα μεταφέρεται ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο σε άλλο μέλος της οικογένειας. Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των συναλλαγών αποτελεί επίσης σημαντικό κομμάτι της αξιολόγησης. Μικρή χρονική απόσταση, και ενδεικτικά διάστημα έως έξι μηνών, μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη ότι οι δύο πράξεις συνδέονται μεταξύ τους, όταν υπάρχουν και άλλα στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει ότι κάθε δεύτερη δωρεά που γίνεται μέσα σε ένα εξάμηνο θεωρείται αυτομάτως καταστρατήγηση. Για να υποστηριχθεί μια τέτοια θέση πρέπει να αξιολογηθεί το σύνολο των πραγματικών περιστατικών.
Αντίστοιχα, η παρέλευση έξι μηνών δεν σημαίνει ότι μια συναλλαγή βρίσκεται αυτόματα εκτός ελέγχου. Εάν υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι ουσιαστικά το ίδιο ποσό μετακινήθηκε μέσω ενός ενδιάμεσου προσώπου, η χρονική απόσταση από μόνη της δεν αρκεί για να αποκλείσει την εξέταση της υπόθεσης. Σημαντικό εργαλείο αποτελούν και οι ηλεκτρονικές δηλώσεις δωρεών και γονικών παροχών μέσω του myProperty. Τα δεδομένα αυτά μπορούν να συνδυαστούν με τις τραπεζικές συναλλαγές, ώστε να διαπιστωθεί εάν τα ποσά και οι ημερομηνίες παρουσιάζουν συνέπεια.
Παράλληλα, πληροφορίες μπορούν να προκύψουν από το έντυπο Ε1. Τα ποσά δωρεών και γονικών παροχών που καταβάλλονται δηλώνονται στους σχετικούς κωδικούς 725-726, ενώ τα ποσά που λαμβάνονται εμφανίζονται στους κωδικούς 781-782. Μέσα από τη διασταύρωση των δεδομένων μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο όσα δηλώνει εκείνος που έδωσε τα χρήματα συμφωνούν με όσα εμφανίζει ο αποδέκτης, αλλά και εάν τα συγκεκριμένα ποσά αντιστοιχούν στις δηλώσεις δωρεάς που έχουν υποβληθεί.
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά την ίδια την προέλευση των χρημάτων. Δεν αρκεί πάντα να υπάρχει μια τραπεζική μεταφορά και η αντίστοιχη δήλωση. Η φορολογική διοίκηση μπορεί να εξετάσει εάν το πρόσωπο που εμφανίζεται ως δωρητής είχε πραγματικά τη δυνατότητα να διαθέτει το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Έτσι, εάν κάποιος με χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα εμφανιστεί να πραγματοποιεί ξαφνικά δωρεά ιδιαίτερα υψηλής αξίας, μπορεί να χρειαστεί να δικαιολογηθεί πώς αποκτήθηκε το ποσό. Στην εικόνα μπορούν να συνυπολογιστούν όχι μόνο τα τρέχοντα εισοδήματα αλλά γενικότερα τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα που δικαιολογούν την προέλευση του κεφαλαίου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ. Το συγκεκριμένο καθεστώς εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2021 στις δωρεές και γονικές παροχές προς πρόσωπα της Α΄ κατηγορίας, όταν τηρούνται οι όροι που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία. Για την αξία που υπερβαίνει τις 800.000 ευρώ προβλέπεται φορολόγηση της υπερβάλλουσας αξίας με συντελεστή 10%.
Στις χρηματικές δωρεές, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η συναλλαγή και εάν πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Εάν αυτές δεν τηρηθούν, το ευνοϊκό αφορολόγητο καθεστώς μπορεί να μην εφαρμοστεί. Ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση μπορεί να προκύψει όταν αποδειχθεί ότι μια αλληλουχία μεταφορών έκρυβε διαφορετικό πραγματικό δωρητή και διαφορετικό τελικό αποδέκτη. Τότε η φορολογία μπορεί να υπολογιστεί σύμφωνα με την πραγματική συγγενική σχέση των δύο προσώπων. Στις χρηματικές δωρεές της Β΄ κατηγορίας ο συντελεστής μπορεί να φτάσει το 20%, ενώ για τη Γ΄ κατηγορία προβλέπεται ακόμη υψηλότερη επιβάρυνση, στο 40%.