Πέντε χρόνια μετά τη γυναικοκτονία της Καρολάιν Κράουτς στα Γλυκά Νερά, μια υπόθεση που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και απασχόλησε διεθνή μέσα ενημέρωσης, η συζήτηση γύρω από το τραγικό περιστατικό παραμένει έντονη. Το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε με αφορμή τη δημιουργία διεθνούς ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να παρουσιάσει όλες τις πτυχές της υπόθεσης, εξετάζοντας όχι μόνο το ίδιο το έγκλημα, αλλά και τα γεγονότα που προηγήθηκαν.
Η ψυχολόγος της Καρολάιν Κράουτς εξηγεί γιατί αρνήθηκε το ντοκιμαντέρ
Ανάμεσα στα πρόσωπα που δέχθηκαν πρόσκληση να συμμετάσχουν στην παραγωγή ήταν και η ψυχοθεραπεύτρια Ελένη Μυλωνοπούλου, η οποία είχε συνεργαστεί επαγγελματικά με την άτυχη Καρολάιν πριν από τη δολοφονία της. Ωστόσο, όπως αποκάλυψε σε δήλωσή της στο eReportaz, επέλεξε συνειδητά να μη λάβει μέρος, εξηγώντας τους λόγους που την οδήγησαν σε αυτή την απόφαση.
Η ίδια ξεκαθαρίζει πως για εκείνη η Καρολάιν δεν αποτελεί απλώς μια πολύκροτη αστυνομική υπόθεση που προσφέρεται για τηλεοπτική αφήγηση. Αντίθετα, πρόκειται για έναν άνθρωπο που γνώρισε προσωπικά μέσα από την επαγγελματική τους σχέση, γεγονός που καθιστά διαφορετική την προσέγγισή της απέναντι σε οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση γύρω από το όνομά της. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Για μένα η Καρολάιν δεν είναι μια τηλεοπτική υπόθεση. Είναι ένας άνθρωπος που γνώρισα. Όταν μου προτάθηκε να συμμετάσχω στο ντοκιμαντέρ, η άρνησή μου ήταν συνειδητή και ξεκάθαρη.» Η ψυχοθεραπεύτρια υπενθυμίζει επίσης ότι η συνεργασία της με την Καρολάιν είχε ολοκληρωθεί περίπου πέντε μήνες πριν από το έγκλημα, επισημαίνοντας πως μετά τη δολοφονία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας χωρίς να το επιδιώξει.
Όπως εξηγεί, εκείνη η περίοδος υπήρξε εξαιρετικά δύσκολη, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονη έκθεση και δημόσιο σχολιασμό. Παρά το γεγονός ότι αργότερα έγινε γνωστό πως είχε συνδράμει τις αρμόδιες Αρχές παρέχοντας όλα όσα γνώριζε, θεωρεί πως δεν υπάρχει λόγος να επιστρέψει ξανά σε εκείνες τις συνθήκες. Όπως σημειώνει: «Πέντε μήνες πριν από το έγκλημα είχα διακόψει την επαγγελματική επαφή μου με την Καρολάιν. Μετά τη δολοφονία της βρέθηκα, χωρίς να το επιλέξω, στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς δημοσιότητας και στοχοποίησης.» Παρά την απόφασή της να μη συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ, η ίδια δεν απορρίπτει συνολικά τέτοιου είδους παραγωγές. Αντιθέτως, θεωρεί ότι μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικό κοινωνικό όφελος, αρκεί να υπηρετούν την ενημέρωση και όχι την εντυπωσιοθηρία.
Κατά την άποψή της, μια υπεύθυνη κινηματογραφική προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει το κοινό να κατανοήσει τους μηχανισμούς της ψυχολογικής κακοποίησης, της χειραγώγησης και του ελέγχου που πολλές φορές προηγούνται της σωματικής βίας. Η ίδια υπογραμμίζει ότι οι περισσότερες κακοποιητικές σχέσεις δεν εμφανίζονται εξαρχής με ακραία περιστατικά, αλλά εξελίσσονται σταδιακά μέσα από συμπεριφορές που συχνά παρερμηνεύονται ως έντονο ενδιαφέρον, προστατευτικότητα ή υπερβολική αγάπη. Όπως επισημαίνει: «Οι περισσότερες τέτοιες σχέσεις δεν ξεκινούν με βία. Ξεκινούν με μικρές συμπεριφορές που συχνά ερμηνεύονται ως αγάπη, προστασία ή έντονο ενδιαφέρον. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να αποτελούν τα πρώτα βήματα της απομόνωσης, της εξάρτησης και της απώλειας της προσωπικής ελευθερίας.»
Η ψυχοθεραπεύτρια θεωρεί πως η σωστή ενημέρωση μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια, εφόσον βοηθήσει έστω και έναν άνθρωπο να αναγνωρίσει εγκαίρως τα προειδοποιητικά σημάδια και να αναζητήσει βοήθεια πριν η κατάσταση γίνει επικίνδυνη. Την ίδια στιγμή, θέτει ένα σαφές όριο απέναντι στην υπερβολική προβολή εγκλημάτων που αφορούν ανθρώπινες ζωές. Εκφράζει τον προβληματισμό της για τον κίνδυνο μια γυναικοκτονία να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως τηλεοπτικό προϊόν ή αντικείμενο ψυχαγωγίας. Όπως τονίζει: «Εκεί που προσωπικά είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτική είναι όταν μια γυναικοκτονία κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα.»
Υπενθυμίζει ακόμη ότι πίσω από κάθε τραγική υπόθεση υπάρχουν οικογένειες και άνθρωποι που συνεχίζουν να βιώνουν την απώλεια, γι’ αυτό και θεωρεί απαραίτητο να υπάρχει σεβασμός στη μνήμη των θυμάτων. Η ίδια εξηγεί ότι η επιλογή της να μη συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ δεν σχετίζεται με φόβο ή απροθυμία να μιλήσει δημόσια. Αντίθετα, όπως αναφέρει, όταν χρειάστηκε συνεργάστηκε με τις αρμόδιες αρχές και τοποθετήθηκε όπου έκρινε απαραίτητο. Δεν επιθυμεί όμως να αποκτήσει προσωπική προβολή μέσα από μια τόσο οδυνηρή υπόθεση. Χαρακτηριστικά δηλώνει: «Επέλεξα να μη συμμετάσχω γιατί δεν θέλω καμία προσωπική προβολή μέσα από τον θάνατο της Καρολάιν και δεν επιθυμώ να ξαναμπώ σε έναν κύκλο στοχοποίησης, ερμηνειών και δημόσιας αντιπαράθεσης.». Το πιο ισχυρό μήνυμα της παρέμβασής της αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει πλέον παρόμοιες υποθέσεις. Όπως αναφέρει: «Για μένα η Καρολάιν δεν είναι “content”. Δεν είναι “true crime”. Είναι μια νέα γυναίκα που δολοφονήθηκε.»