Όσο οι δείκτες της δημοσκοπικής στασιμότητας στη Χαριλάου Τρικούπη γίνονται όλο και πιο επίμονοι, τόσο το πολιτικό σκηνικό αρχίζει να ηλεκτρίζεται από σενάρια που μέχρι πριν από λίγο καιρό έμοιαζαν με επιστημονική φαντασία. Το ΠΑΣΟΚ, εγκλωβισμένο σε μια συνεχή αδυναμία να εκτιναχθεί ή έστω να σταθεροποιηθεί ανοδικά, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια εσωτερική πραγματικότητα που δεν κρύβεται πλέον. Η «γκρίνια» στα κομματικά γραφεία έχει μετατραπεί σε έναν υπόκωφο θόρυβο, ο οποίος με τη σειρά του έχει δώσει τη θέση του σε ανοιχτές συζητήσεις για την επόμενη ημέρα. Οι φήμες για μια ενδεχόμενη αλλαγή ηγεσίας «εν πλω» –πολύ πριν δηλαδή από την επίσημη εκλογική διαδικασία των εθνικών καλπών– φουντώνουν μέρα με τη μέρα, προκαλώντας αναταράξεις που ξεπερνούν τα όρια του κόμματος.
Η «καταιγίδα» στη Χαριλάου Τρικούπη
Το ενδεχόμενο ο Νίκος Ανδρουλάκης να βρεθεί αντιμέτωπος με το δίλημμα της παραίτησης υπό το βάρος της ασφυκτικής πολιτικής πίεσης, ή ακόμα και να τεθεί ανοιχτά θέμα αντικατάστασής του από κορυφαία στελέχη, δεν αποτελεί πλέον ψίθυρο σε κλειστές συναντήσεις. Είναι μια πιθανότητα που πέφτει σοβαρά στο τραπέζι των συζητήσεων. Η δυσαρέσκεια για τη δημοσκοπική «κόπωση» του κόμματος έχει δημιουργήσει ένα ρεύμα που ζητά μια νέα αρχή, μια ριζική ανανέωση προσώπων και ύφους, ικανή να επαναφέρει το ΠΑΣΟΚ στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας.
Αν για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ αυτές οι εσωτερικές διεργασίες προκαλούν έναν αναμενόμενο, πλην όμως έντονο «πονοκέφαλο», στο Μέγαρο Μαξίμου η κατάσταση κρίνεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Εκεί, η ανησυχία δεν αφορά την εσωκομματική ισορροπία του αντιπάλου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να ανατρέψει τα σχέδια της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Οι άνθρωποι της Νέας Δημοκρατίας, διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές, γνωρίζουν πολύ καλά ότι μια πιθανή ανατροπή στη Χαριλάου Τρικούπη θα ανακατέψει την τράπουλα με τρόπο που μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά κοστοβόρος για τους ίδιους.
Ο «φόβος» του Μαξίμου έχει ονοματεπώνυμο
Ο λόγος αυτής της ανησυχίας δεν είναι αόριστος. Έχει όνομα και πρόσωπο: Παύλος Γερουλάνος. Το πρόσωπο αυτό προβάλλει πλέον ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί για να αναλάβει τα ηνία σε μια πιθανή έκτακτη διαδικασία διαδοχής. Γιατί όμως προκαλεί τόσο έντονο προβληματισμό στην κυβέρνηση; Η απάντηση βρίσκεται στην ανάλυση των ποιοτικών χαρακτηριστικών που φέρει ο ίδιος στην πολιτική σκηνή.
Η ανησυχία της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι μια απλή εκτίμηση της στιγμής, αλλά βασίζεται στα ψυχρά συμπεράσματα των ειδικών. Σχεδόν το σύνολο των έμπειρων δημοσκόπων που αναλύουν τα δεδομένα συγκλίνει σε μια κοινή διαπίστωση: ο Παύλος Γερουλάνος διαθέτει το απαραίτητο πολιτικό και κοινωνικό βάρος για να αλλάξει το κλίμα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Μια δική του ανάληψη της ηγεσίας θεωρείται, από πολλούς πολιτικούς αναλυτές, βέβαιο ότι θα έδινε νέα πνοή στα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, μετατρέποντας μια στάσιμη οντότητα σε ένα κόμμα που μπορεί να ανασυνταχθεί άμεσα και να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, χτυπώντας στα ίσια τον Αλέξη Τσίπρα στη μάχη για την κυριαρχία στην Κεντροαριστερά.
Το «κεντρώο στοίχημα» και η κρίσιμη απώλεια
Το αληθινό, ωστόσο, «αγκάθι» για το κυβερνών κόμμα εντοπίζεται σε μια πολύ πιο συγκεκριμένη πτυχή: το προφίλ του ίδιου του Παύλου Γερουλάνου. Ο άνθρωπος αυτός εκπέμπει ένα μετριοπαθές, αστικό και καθαρά κεντρώο σήμα, το οποίο τον καθιστά εξαιρετικά ελκυστικό σε ένα συγκεκριμένο κοινό που μέχρι σήμερα επιλέγει να στηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Στην κυβέρνηση υπάρχει η πλήρης συναίσθηση ότι, υπό τη δική του ηγεσία, το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να επιτύχει κάτι που φαινόταν ακατόρθωτο τα τελευταία χρόνια: να αντλήσει πολύτιμα ποσοστά απευθείας από την «προνομιακή» εκλογική δεξαμενή της Νέας Δημοκρατίας. Σε μια συγκυρία όπου η μάχη για την αυτοδυναμία κρίνεται στις λεπτομέρειες και κάθε ψήφος αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα, το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί το Μαξίμου είναι να δει απέναντί του έναν αρχηγό που μπορεί να αρθρώσει λόγο με τρόπο πειστικό, ορθολογικό και άνετο στους κεντρώους ψηφοφόρους.
Μια πιθανή πολιτική ανατροπή
Η συζήτηση για τον Παύλο Γερουλάνο δεν περιορίζεται πλέον στις κλειστές συνεδριάσεις. Έχει μετατραπεί σε ένα κεντρικό πολιτικό σενάριο που προκαλεί νευρικότητα στους κύκλους του κυβερνώντος κόμματος. Όταν ένας πολιτικός καταφέρνει να δημιουργεί προσδοκίες σε μια δεξαμενή ψηφοφόρων που θεωρούνταν «κλειδωμένη» για τον αντίπαλο, τότε η πολιτική δυναμική αλλάζει ριζικά.
Αν το ΠΑΣΟΚ επιλέξει τελικά τον δρόμο της αλλαγής ηγεσίας, η επιλογή του Παύλου Γερουλάνου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας ισχυρός καταλύτης για την επανασυσπείρωση δυνάμεων που σήμερα απέχουν ή στρέφονται προς άλλες κατευθύνσεις. Η ικανότητά του να συνομιλεί με τον «μεσαίο χώρο» τον καθιστά, αν μη τι άλλο, έναν αντίπαλο που η Νέα Δημοκρατία θα προτιμούσε να μη βρει ποτέ μπροστά της.
Είναι, λοιπόν, αυτή η αμφισβήτηση της ηγεσίας του Νίκου Ανδρουλάκη μια απλή εσωκομματική τριβή ή η αρχή μιας ευρύτερης αναδιάταξης του πολιτικού χάρτη; Η απάντηση παραμένει στον χρόνο, ωστόσο η ανησυχία στο Μαξίμου αποδεικνύει ότι η «απειλή» που διαβλέπουν είναι υπαρκτή και σοβαρή. Σε ένα ρευστό πολιτικό περιβάλλον, όπου η αλλαγή των ηγεσιών μπορεί να σημάνει την αλλαγή των συσχετισμών, το όνομα του Παύλου Γερουλάνου παραμένει το πιο «επικίνδυνο» για τα κυβερνητικά σχέδια, προκαλώντας έναν πρωτόγνωρο προβληματισμό για το τι επιφυλάσσει το μέλλον.
Στο τέλος της ημέρας, ο ψηφοφόρος του κέντρου θα είναι εκείνος που θα κρίνει την αξιοπιστία των προτάσεων. Όμως, η δυνατότητα ενός κόμματος να προτείνει έναν αρχηγό που δεν «τρομάζει» αλλά «προσελκύει» το κεντρώο κοινό, παραμένει το απόλυτο διαβατήριο για την πολιτική ανατροπή. Και στο ΠΑΣΟΚ, αυτή η διαπίστωση μοιάζει να γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη, όσο η εσωτερική πίεση αυξάνεται και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.