Η διαδικασία πώλησης ενός σπιτιού στον Μαραθώνα φαίνεται πως ήταν το σημείο που έφερε ξανά στο προσκήνιο την «τύχη» μιας 90χρονης γυναίκας, την οποία η εγγονή της θεωρούσε νεκρή από τα Χριστούγεννα του 2017. Για χρόνια, όπως περιγράφει η ίδια στην κατάθεσή της, είχε μόνο αποσπασματικές πληροφορίες από τη μητέρα της: αρχικά ότι η γιαγιά θα πήγαινε σε γηροκομείο και αργότερα ότι είχε πεθάνει από καρκίνο. Όταν όμως επιχείρησε να βρει επίσημη ληξιαρχική πράξη θανάτου και δεν εντόπισε τίποτα, άρχισαν να γεννιούνται σοβαρά ερωτήματα για το τι είχε πραγματικά συμβεί.
Η πώληση του ακινήτου που έφερε στην επιφάνεια τα πρώτα ερωτήματα
Στην κατάθεσή της, η εγγονή περιγράφει ότι ήδη από το 2015 είχε ενημερωθεί από τη μητέρα της για αλλαγές στην οικογενειακή ζωή. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Το 2015 με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου και με ενημέρωσε ότι βρήκε νέο σύντροφο που κατοικεί στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου, με αποτέλεσμα να πάρει τον αδερφό μου να φύγουν και να μείνουν όλοι μαζί στο σπίτι του, ενώ η γιαγιά θα έμπαινε σε κάποιο γηροκομείο στην περιοχή της Πεντέλης. Η τηλεφωνική επικοινωνία με τη μητέρα μου ήταν αραιή και σε αυτήν δεν λέγαμε πράγματα πέραν του αν είναι καλά και για θέματα λειτουργικότητας του σπιτιού στον Μαραθώνα. Τα Χριστούγεννα του έτους 2017 με ενημέρωσε τηλεφωνικά η μητέρα μου ότι η γιαγιά απεβίωσε από καρκίνο του εντέρου και έκτοτε χάθηκε. Δεν είχαμε επικοινωνία για αρκετό διάστημα και αναρωτήθηκα πού θα γίνει η ταφή ή η κηδεία, καθότι δεν τα πήγαινα καλά με τέτοιου είδους διαδικασίες».
Για ένα μεγάλο διάστημα, η πληροφορία για τον θάνατο της ηλικιωμένης δεν αμφισβητήθηκε από την εγγονή, παρότι δεν είχε σαφή εικόνα για το πότε και πού είχε γίνει η κηδεία ή η ταφή. Η υπόθεση φαίνεται πως άρχισε να αποκτά διαφορετική διάσταση όταν ξεκίνησαν διαδικασίες για την πώληση του σπιτιού στον Μαραθώνα. Η εξεύρεση υποψήφιου αγοραστή έφερε στην επιφάνεια πρακτικά και νομικά ζητήματα, τα οποία οδήγησαν την εγγονή να αναζητήσει πιο επίσημα στοιχεία. Σύμφωνα με μαρτυρία γειτόνισσας, η οικογένεια μέχρι τότε δεν είχε δώσει την εντύπωση ότι υπήρχε κάτι ασυνήθιστο. Η ίδια ανέφερε ότι γνώριζε την ηλικιωμένη και ότι είχε προβλήματα υγείας, ενώ είχε ακούσει πως βρισκόταν σε γηροκομείο.
Η γειτόνισσα περιέγραψε μεταξύ άλλων: «Τη γνωρίζαμε, αφού έμενε πολλά χρόνια εδώ πέρα. Όχι, φυσιολογικοί άνθρωποι ήταν. Εντάξει, δεν έμενε εδώ με το γιο της. Πηγαίνανε, ψωνίζανε. Τι παράξενη συμπεριφορά να έχουν; Όχι, δεν είχανε. Ε, τώρα μες στην απελπισία της η γυναίκα μπορεί να μην είχε χρήματα και έκανε μια βλακεία. Τι να πω κι εγώ τώρα. Πάνε πάντως οι άνθρωποι αυτοί εδώ πέρα και μάλλον θα ‘χανε κάνει μια ανοησία. Τι να κάνανε άλλο;».
Στην ίδια μαρτυρία ανέφερε επίσης ότι η 90χρονη είχε σπάσει τα ισχία της και πως είχε ακούσει ότι για τη φιλοξενία της σε γηροκομείο καταβαλλόταν ποσό 1.200 ευρώ. Το καθοριστικό σημείο, ωστόσο, ήρθε όταν η εγγονή αποφάσισε να αναζητήσει τη ληξιαρχική πράξη θανάτου. Όπως περιγράφει: «Τον τελευταίο καιρό ξεκίνησαν διαδικασίες πώλησης του σπιτιού. Βρέθηκε αγοραστής και σε καθημερινή βάση επικοινωνούσα με τον πατριό μου και τον αδερφό μου για τη διευθέτηση διαφόρων ζητημάτων. Την Τρίτη 18 Αυγούστου του 2020 έκανα αίτηση για χορήγηση ληξιαρχικής πράξης θανάτου στο Ληξιαρχείο Πεντέλης, σε γηροκομείο της περιοχής, όπου μου είπε η μητέρα μου ότι απεβίωσε η γιαγιά. Από το Ληξιαρχείο της Πεντέλης έλαβα αρνητική απάντηση, δηλαδή ότι δε βρέθηκε ληξιαρχική πράξη θανάτου της γιαγιάς μου. Από εκείνη τη στιγμή γεννήθηκαν μέσα μου ερωτήματα του τι είχε συμβεί με τη γιαγιά, πού θάφτηκε και πότε».
Η απουσία επίσημης καταγραφής του θανάτου φαίνεται πως ήταν το γεγονός που άλλαξε πλήρως την εικόνα που είχε μέχρι τότε. Η ίδια συνέχισε λέγοντας ότι στο παρελθόν είχε επιχειρήσει να πάρει απαντήσεις από τη μητέρα της, χωρίς όμως αποτέλεσμα: «Σε ερωτήσεις που είχα κάνει τα προηγούμενα χρόνια στην οικογένειά μου και συγκεκριμένα στη μητέρα μου, η ίδια απέφευγε να απαντήσει». Ακολούθησε, όπως υποστήριξε στην κατάθεσή της, ακόμη μία πληροφορία που την έβαλε σε σκέψεις. Ανέφερε ότι ο πατριός της επικοινώνησε μαζί της και της είπε πως ο αδερφός της και η μητέρα της φέρονταν να εισπράττουν τη σύνταξη της ηλικιωμένης και ότι η γυναίκα είχε ταφεί στην αυλή της κατοικίας στον Μαραθώνα.
Η εγγονή εξήγησε πως αρχικά δεν έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε όσα άκουσε, επειδή της φάνηκαν παράλογα. Η αποτυχία όμως εντοπισμού ληξιαρχικής πράξης θανάτου έκανε τα λόγια αυτά να αποκτήσουν διαφορετικό βάρος. Όπως ανέφερε: «Εγώ δεν έδωσα σημασία γιατί μου ακούγονταν όλα παράλογα. Πλην όμως το τελευταίο γεγονός της μη ανεύρεσης ληξιαρχικής πράξης θανάτου με έβαλε σε σκέψεις. Δεν γνωρίζω πώς βιοποριζόταν τόσα χρόνια. Η μητέρα μου δεν παίρνει δική της σύνταξη, ούτε ο αδερφός μου παίρνει κάποιο επίδομα. Τόσα χρόνια πίστευα πως τους συντηρούσε ο σύντροφός της».