Πέθανε η Γκλόρια Στάινεμ στα 92 της – Η δημοσιογράφος που μπήκε ως «κουνελάκι» στο Playboy και έγινε σύμβολο του φεμινισμού

Η Γκλόρια Στάινεμ, μία από τις σημαντικότε...

Πέθανε η Γκλόρια Στάινεμ στα 92 της – Η δημοσιογράφος που μπήκε ως «κουνελάκι» στο Playboy και έγινε σύμβολο του φεμινισμού

Η Γκλόρια Στάινεμ, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος και δημοσιογράφος που συνέδεσε το όνομά της με μερικές από τις μεγαλύτερες κοινωνικές διεκδικήσεις των τελευταίων δεκαετιών, πέθανε σε ηλικία 92 ετών. Η Αμερικανίδα ακτιβίστρια έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, έχοντας στο πλευρό της αγαπημένα της πρόσωπα, σύμφωνα με την ανακοίνωση για τον θάνατό της.

Από το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ στο Playboy στην πρώτη γραμμή του φεμινισμού

Στην ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε μέσω Instagram αναφέρεται ότι η Στάινεμ «έφυγε γαλήνια στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, με αγαπημένους γύρω της», χωρίς να γίνεται γνωστή η αιτία του θανάτου της. «Τα σχεδόν 100 χρόνια της Γκλόρια στη Γη ήταν χρόνια γεμάτα ζωή και συνέχισε να αγωνίζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος», αναφέρεται στην ίδια ανακοίνωση. Οι άνθρωποι που την αποχαιρέτησαν στάθηκαν ιδιαίτερα στην ικανότητά της να επικοινωνεί με όσους βρίσκονταν απέναντί της και να ακούει πραγματικά τις ιστορίες τους. «Το μεγαλύτερο χάρισμά της ήταν η ικανότητά της να ακούει τους άλλους και να τους κάνει να αισθάνονται ότι τους βλέπουν και τους ακούν. Τα λόγια, οι πράξεις και το παράδειγμά της έδωσαν στους ανθρώπους την ελευθερία να είναι ο πραγματικός τους εαυτός».

Η διαδρομή της Στάινεμ συνδέθηκε με τη δημοσιογραφία, τον ακτιβισμό και τον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών. Υπήρξε συγγραφέας εννέα βιβλίων και τοποθετήθηκε δημόσια απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία, στον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων και στη βιομηχανία της πορνογραφίας. Παράλληλα, συμμετείχε ή υποστήριξε κοινωνικά και πολιτικά κινήματα για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, τη LGBTQ+ κοινότητα, το Black Lives Matter και το Time’s Up, ενώ είχε ταχθεί εναντίον των πολέμων στο Βιετνάμ και στον Περσικό Κόλπο. Το 1984 συνελήφθη στην Ουάσινγκτον κατά τη διάρκεια διαδήλωσης έξω από την πρεσβεία της Νότιας Αφρικής εναντίον του απαρτχάιντ.

Η ζωή της, ωστόσο, είχε ξεκινήσει πολύ μακριά από τη δημόσια εικόνα που θα αποκτούσε αργότερα. Γεννημένη στο Οχάιο το 1934, πέρασε μέρος των παιδικών της χρόνων σε δύσκολες οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν 10 ετών και η ίδια παρέμεινε με τη μητέρα της στο Τολέδο. Μετά τις σπουδές της ταξίδεψε στην Ινδία, όπου έζησε για περίπου δύο χρόνια. Με την επιστροφή της στις Ηνωμένες Πολιτείες εργάστηκε στο Independent Research Service, μια οργάνωση που, όπως έγινε γνωστό αργότερα, χρηματοδοτούνταν από τη CIA στο πλαίσιο δράσεων απέναντι στη σοβιετική επιρροή σε διεθνείς διοργανώσεις νέων.

Η μεγάλη στροφή προς τη δημοσιογραφία ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το 1962 ανέλαβε για το Esquire ένα από τα πρώτα σημαντικά δημοσιογραφικά θέματά της, γράφοντας για την αντισύλληψη και για τις πιέσεις που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες ανάμεσα στην επαγγελματική σταδιοδρομία και στη δημιουργία οικογένειας. Έναν χρόνο αργότερα έκανε το ρεπορτάζ που έμελλε να γίνει ένα από τα γνωστότερα της καριέρας της. Η Στάινεμ εργάστηκε μυστικά για 11 ημέρες ως «κουνελάκι» σε Playboy Club, με στόχο να καταγράψει από μέσα τις πραγματικές συνθήκες εργασίας των γυναικών. Πέρασε από το περίφημο Bunny School, όπου οι εργαζόμενες εκπαιδεύονταν ακόμη και στον τρόπο που έπρεπε να περπατούν, να χαμογελούν ή να σκύβουν μπροστά στους πελάτες. Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε, οι γυναίκες υποβάλλονταν σε καθημερινό έλεγχο βάρους, ενώ πίσω από τη λαμπερή εικόνα των κλαμπ υπήρχαν χαμηλές απολαβές, εξαντλητικές συνθήκες και περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης. Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «A Bunny’s Tale» και προκάλεσε μεγάλη συζήτηση στις ΗΠΑ.

Το 1968 εντάχθηκε στο New York Magazine και σταδιακά η δημοσιογραφική της παρουσία συνδέθηκε όλο και περισσότερο με το γυναικείο κίνημα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 βρέθηκε πλέον στην πρώτη γραμμή του αμερικανικού φεμινισμού. Το 1971 συνίδρυσε μαζί με την Ντόροθι Πίτμαν Χιουζ το περιοδικό Ms., το οποίο εξελίχθηκε σε σημαντικό μέσο έκφρασης της φεμινιστικής σκέψης. Η ίδια αναγνώριζε την καθοριστική επιρροή που είχαν στη σκέψη της μαύρες φεμινίστριες και ακτιβίστριες. «Ήταν σαν να βρίσκω μια οικογένεια», είχε πει. «Όσο διαφορετικές κι αν είμαστε, και σίγουρα ήμασταν, οι γυναίκες μοιράζονται ελπίδες, μια συγκεκριμένη εικόνα για τον κόσμο και ένα συγκεκριμένο ένστικτο που μας βοηθά να εντοπίζουμε την αδικία».

Η Στάινεμ δεν έμεινε, πάντως, μακριά από αντιπαραθέσεις. Δέχθηκε κριτική ακόμη και μέσα από το φεμινιστικό κίνημα, ενώ συζητήσεις είχε προκαλέσει άρθρο της στους New York Times το 1998 σχετικά με τον τότε πρόεδρο Μπιλ Κλίντον και καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης. Χρόνια αργότερα είχε αναγνωρίσει ότι δεν θα έγραφε το ίδιο άρθρο με τον ίδιο τρόπο. Στην προσωπική της ζωή αντιμετώπισε και σοβαρές περιπέτειες υγείας. Το 1986 διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και το 1994 με νευραλγία του τριδύμου. Το 2000, σε ηλικία 66 ετών, παντρεύτηκε τον περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ. Μετά τον θάνατό του το 2003, διατήρησε στενή σχέση με τον θετό γιο της, τον ηθοποιό Κρίστιαν Μπέιλ.

Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, η Στάινεμ παρέμεινε πολιτικά και κοινωνικά ενεργή. Το 2017 συμμετείχε ως ομιλήτρια και συμπρόεδρος στη μεγάλη Women’s March στην Ουάσινγκτον, μία ημέρα μετά την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ. «Το μόνο καλό νέο του Τραμπ είναι ότι η κινητοποίηση του ακτιβισμού είναι κάτι που δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου», είχε δηλώσει τότε. Ίσως, όμως, μία παλαιότερη δήλωσή της να συνοψίζει καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τη ζωή και τον ακτιβισμό. Το 2011, όταν είχε ήδη συμπληρώσει δεκαετίες δημόσιας δράσης, είχε πει: «Ελπίζω να ζήσω μέχρι τα 100. Υπάρχουν τόσα πολλά που πρέπει να γίνουν».