Με αιχμές που ξεπέρασαν τα όρια της θεσμικής συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να εξαπολύσει ευθεία επίθεση στη νέα πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Ρένα Δούρου, μετατρέποντας μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία σε πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. «Προσέρχομαι σε αυτή την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία με αίσθημα ευθύνης γιατί η Ελλάδα έχει πράγματι ανάγκη νέο Σύνταγμα που να συμβαδίζει με την εποχή μας», ανέφερε στην έναρξη της ομιλίας του, δίνοντας το στίγμα της κυβερνητικής προσέγγισης. Ωστόσο, λίγα λεπτά αργότερα, η συζήτηση μετατοπίστηκε από τις θεσμικές αλλαγές στις πολιτικές αντιπαραθέσεις.
«Κάνατε λάθος, κυρία Δούρου», αντιπαρατίθεται ο Μητσοτάκης
Η πιο ηχηρή στιγμή της ομιλίας ήταν η προσωπική αναφορά στη Ρένα Δούρου. Ο πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε στην κριτική για την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να απέχει από τη δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, αλλά επέλεξε να υπενθυμίσει τη συγκυβέρνηση με τους Ανεξάρτητους Έλληνες. «Κάνατε λάθος, κυρία Δούρου. Όταν συγκυβερνούσατε με τον κύριο Καμμένο, συμμετείχατε κανονικά. Τώρα ανακαλύψατε ότι παρεισέφρησαν ακροδεξιά στοιχεία. Θεωρώ ότι κάνετε λάθος», είπε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να αναδείξει αυτό που η κυβέρνηση θεωρεί πολιτική αντίφαση της σημερινής ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Η αναφορά δεν αφορούσε μόνο τη Δούρου. Ήταν ένα σαφές μήνυμα προς ολόκληρη την αξιωματική αντιπολίτευση ότι η Νέα Δημοκρατία θα συνεχίσει να επαναφέρει στο προσκήνιο τη συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τον Πάνο Καμμένο, θεωρώντας πως πρόκειται για το πιο ευάλωτο σημείο της πολιτικής του διαδρομής.
Η επίθεση δεν περιορίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να στρέψει τα πυρά του προς το σύνολο της αντιπολίτευσης, κατηγορώντας την ότι δεν ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα της διαδικασίας. «Υποστήριξα την ευρεία διαβούλευση, ώστε να υπάρξουν συνθέσεις γύρω από τους κορυφαίους κανόνες που θα διέπουν την πολιτική και πολιτειακή ζωή. Δεν μπορώ να ισχυριστώ το ίδιο για την αντιπολίτευση, η οποία έδειξε ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων», τόνισε, αποδίδοντας στα κόμματα της αντιπολίτευσης έλλειψη διάθεσης για ουσιαστική συνεννόηση. Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, σημειώνοντας ότι το «παρών» που επέλεξε «στην ουσία συνιστά “απών”», ενώ για τα μικρότερα κόμματα έκανε λόγο για «τυφλή άρνηση που αντλεί δύναμη από το αντιπολιτευτικό τους μένος».
Παρά την έμφαση που έδωσε ο πρωθυπουργός στην ανάγκη θεσμικών αλλαγών και στη διαμόρφωση συναινέσεων, η πολιτική επικαιρότητα κυριαρχήθηκε από την αντιπαράθεση με τη Ρένα Δούρου και τις αναφορές στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Έτσι, μια διαδικασία που θα έπρεπε να αναδείξει τις προτάσεις για το μέλλον του Συντάγματος μετατράπηκε σε μια ακόμη μάχη πολιτικών συμβολισμών, με την κυβέρνηση να επιδιώκει να εμφανιστεί ως η δύναμη της θεσμικής σταθερότητας και την αντιπολίτευση να καλείται να απαντήσει όχι μόνο για τις σημερινές επιλογές της, αλλά και για τις αποφάσεις του παρελθόντος.