Δεκαέξι χρόνια μετά την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin, που κόστισε τη ζωή σε τρεις εργαζομένους, οι έρευνες των διωκτικών Αρχών συνεχίζονται με στόχο να φωτιστούν όλες οι πτυχές της υπόθεσης και να ταυτοποιηθούν όσοι φέρονται να συμμετείχαν στην επίθεση. Οι πρόσφατες εξελίξεις, που οδήγησαν στη σύλληψη τριών προσώπων, δεν σηματοδοτούν το τέλος της έρευνας. Αντίθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, οι ερευνητές εξακολουθούν να αναζητούν την ταυτότητα δύο ακόμη ατόμων, τα οποία στις φωτογραφίες και στις μαρτυρικές καταθέσεις αναφέρονται με τους αριθμούς «9» και «12».
Το επίκεντρο της έρευνας
Η προσοχή των ανακριτικών Αρχών στρέφεται πλέον στην ταυτοποίηση των δύο συγκεκριμένων προσώπων, τα οποία σύμφωνα με μαρτυρίες και το αποδεικτικό υλικό συνδέονται με τη ρίψη εμπρηστικών μηχανισμών ή εύφλεκτου υγρού στο εσωτερικό του τραπεζικού καταστήματος. Για τον λόγο αυτό εξετάζεται εκ νέου μεγάλο μέρος του διαθέσιμου οπτικοακουστικού υλικού της εποχής, ενώ αξιοποιούνται τεχνολογίες που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο της αρχικής έρευνας. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι ειδικοί επιχειρούν να εντοπίσουν πρόσωπα μέσα από συγκρίσεις σωματότυπου, ρουχισμού, σακιδίων και άλλων χαρακτηριστικών που αποτυπώνονται σε φωτογραφίες και βίντεο της περιόδου.
Καθοριστικό ρόλο στις πρόσφατες εξελίξεις φαίνεται πως έπαιξε η ανεύρεση παλαιού φωτογραφικού υλικού, το οποίο δεν είχε αξιοποιηθεί κατά το παρελθόν. Οι ερευνητές εντόπισαν εικόνες από μεταγενέστερη υπόθεση, στις οποίες φέρονται να απεικονίζονται πρόσωπα που είχαν φωτογραφηθεί χρόνια πριν, φορώντας συγκεκριμένα ρούχα και σακίδια τα οποία, σύμφωνα με τη δικογραφία, παρουσιάζουν ομοιότητες με εκείνα που εμφανίζονται στις εικόνες της επίθεσης στη Marfin. Η σύγκριση αυτού του υλικού αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που συνέβαλαν στην ταυτοποίηση τριών κατηγορουμένων, ενώ αντίστοιχη μεθοδολογία εφαρμόζεται πλέον και για τα δύο πρόσωπα που παραμένουν άγνωστα.
Οι κατ’ οίκον έρευνες
Παράλληλα με τις πρόσφατες συλλήψεις, πραγματοποιήθηκαν και έρευνες σε κατοικίες προσώπων που στο παρελθόν είχαν απασχολήσει τις Αρχές για διαφορετικές υποθέσεις. Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, αποθηκευτικά μέσα, κινητά τηλέφωνα, αλλά και παλαιός ρουχισμός και αντικείμενα που εξετάζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν μπορούν να συνδεθούν με τα γεγονότα του 2010. Οι αστυνομικοί επιχειρούν να εντοπίσουν οποιοδήποτε στοιχείο θα μπορούσε να συμβάλει στην ταυτοποίηση των ατόμων που εμφανίζονται στις φωτογραφίες της εποχής. Στη δικογραφία οι εμπλεκόμενοι έχουν αποτυπωθεί με αριθμητική αρίθμηση, προκειμένου να είναι δυνατή η αντιστοίχιση των προσώπων που εμφανίζονται στις φωτογραφίες. Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα:
- ο «8» έχει ταυτοποιηθεί και συγκαταλέγεται μεταξύ των συλληφθέντων,
- ο «10» επίσης έχει ταυτοποιηθεί,
- η «7» είναι η γυναίκα που συνελήφθη στο εξωτερικό,
- ενώ οι «9» και «12» παραμένουν μέχρι σήμερα αταυτοποίητοι.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι οι δύο τελευταίοι διαδραμάτισαν ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο κατά την εκδήλωση της επίθεσης. Σημαντικό μέρος της δικογραφίας βασίζεται στις καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Εργαζόμενοι της τράπεζας, περαστικοί αλλά και πολίτες που βρίσκονταν στην περιοχή περιέγραψαν στις Αρχές όσα είδαν κατά τη διάρκεια των επεισοδίων. Αρκετές από τις καταθέσεις συγκλίνουν ως προς τα πρόσωπα που συμμετείχαν ενεργά στον εμπρησμό, αν και υπάρχουν διαφοροποιήσεις ως προς τις επιμέρους κινήσεις κάθε ατόμου. Μάρτυρες αναφέρουν ότι ένα από τα πρόσωπα έσπασε τη γυάλινη πρόσοψη του υποκαταστήματος, ενώ άλλα άτομα φέρονται να πέταξαν εμπρηστικούς μηχανισμούς ή εύφλεκτο υγρό στο εσωτερικό. Σε κατάθεση εργαζόμενης περιλαμβάνεται επίσης η αναφορά ότι κατά τη διάρκεια της επίθεσης ακούστηκε μία γυναικεία φωνή να φωνάζει «κάψτε τους». Η συγκεκριμένη μαρτυρία εξετάζεται στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών στοιχείων.
Οι φωτογραφίες που θεωρούνται κρίσιμες
Καθοριστική θεωρείται και η συμβολή φωτογραφικού υλικού που είχε ληφθεί την ημέρα της πορείας. Σύμφωνα με τη δικογραφία, πολίτης που βρισκόταν απέναντι από το υποκατάστημα είχε τραβήξει εκατοντάδες φωτογραφίες των επεισοδίων. Μέσα από αυτές απομονώθηκαν συγκεκριμένα καρέ στα οποία εμφανίζεται ομάδα ατόμων που στη συνέχεια αριθμήθηκε από τους ερευνητές. Οι εικόνες αυτές αποτέλεσαν βασικό εργαλείο για την αντιπαραβολή με τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και με τα υπόλοιπα στοιχεία της έρευνας.
Οι αστυνομικές υπηρεσίες αξιοποιούν πλέον εξελιγμένες τεχνικές ψηφιακής ανάλυσης εικόνας, επιχειρώντας να εντοπίσουν χαρακτηριστικά που πριν από αρκετά χρόνια δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν με την ίδια ακρίβεια. Η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει λεπτομερέστερες συγκρίσεις σε σωματότυπο, εξοπλισμό, ρουχισμό και άλλα οπτικά χαρακτηριστικά, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα ευρήματα. Ωστόσο, οι Αρχές επισημαίνουν ότι κάθε τεχνικό στοιχείο αξιολογείται σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και δεν αποτελεί από μόνο του επαρκή βάση για ποινική ευθύνη.