«Το review που όλοι περιμένατε και για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ ο ίδιος, έφτασε. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για την «Οδύσσεια» του Christopher Nolan.», αναφέρει ο @giannisdavvetas στο TikTok, περιγράφοντας την Οδύσσεια. Ο Nolan καταπιάνεται με ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα έπος που άντεξε σχεδόν τρεις χιλιετίες, και επιχειρεί κάτι εξαιρετικά φιλόδοξο: να το μεταπλάσει σε ένα σύγχρονο, οικουμενικό και αναπάντεχα επίκαιρο κινηματογραφικό έργο. Το ερώτημα, όμως, είναι αναπόφευκτο: τι αναγκάζεται να θυσιάσει για να το πετύχει;
Το έπος ως κινηματογραφικό υπερθέαμα
Αυτό το review δεν περιέχει spoilers. Υπάρχουν, φυσικά, αρκετές αλλαγές σε σχέση με το ομηρικό έπος, όμως θα τις αναλύει διεξοδικά σε ξεχωριστό βίντεο τις επόμενες ημέρες, όπου θα μπούμε σε κάθε δημιουργική επιλογή του Nolan χωρίς κανέναν περιορισμό. Η ταινία διαρκεί σχεδόν τρεις ώρες, όμως η διάρκεια αυτή μοιάζει να εξαϋλώνεται. Ο ρυθμός είναι αδιάκοπος, σχεδόν καταιγιστικός. Η μία σκηνή διαδέχεται την άλλη με τέτοια ένταση, ώστε νιώθεις πως διασχίζεις μαζί με τον Οδυσσέα κάθε δοκιμασία, κάθε ναυάγιο και κάθε μάχη. Είναι μια ταινία που σπάνια σου επιτρέπει να πάρεις ανάσα. Και υπάρχουν στιγμές που πραγματικά σε αφήνουν αποσβολωμένο. Σκηνές που σε κάνουν να ψιθυρίζεις αυθόρμητα ένα «what the f*ck;». Ξεχωρίζω δύο από αυτές. Η πρώτη είναι η αναμέτρηση με τον Κύκλωπα, η οποία σε αρκετά σημεία αγγίζει τα όρια του καθαρόαιμου κινηματογραφικού τρόμου. Η δεύτερη είναι το κεφάλαιο της Κίρκης, όπου ο Nolan εγκαταλείπει για λίγο τη γνώριμη σκηνοθετική του ταυτότητα και παραδίδει ίσως το πιο ονειρικό και αλλόκοτο κομμάτι της φιλμογραφίας του. Και αυτό το λέω ως κομπλιμέντο.
Η Samantha Morton, στον ρόλο της Κίρκης, προσφέρει την κορυφαία ερμηνεία της ταινίας. Όχι επειδή οι υπόλοιποι υστερούν, κάθε άλλο. Ολόκληρο το καστ ανταποκρίνεται εξαιρετικά στις απαιτήσεις του σκηνοθέτη. Εκείνη, όμως, κατορθώνει να προσδώσει στον χαρακτήρα της μια σχεδόν υπνωτιστική παρουσία που δύσκολα ξεχνιέται. Όσο η αφήγηση ακολουθεί τον Οδυσσέα, η ταινία βρίσκεται στο απόγειό της. Όταν, αντιθέτως, η προσοχή μετατοπίζεται σε άλλους χαρακτήρες ή παράλληλες αφηγηματικές γραμμές, η ένταση υποχωρεί αισθητά. Είναι μάλλον αναπόφευκτο, καθώς ολόκληρη η δραματουργική δύναμη του έργου πηγάζει από την περιπλάνηση του ίδιου του ήρωα.
Το τελευταίο μέρος της ταινίας κορυφώνεται σε ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό ξέσπασμα. Παρ’ όλα αυτά, η τελική μάχη δεν ενθουσιάζει. Η χορογραφία της, αν και επιβλητική σε κλίμακα, δεν διαθέτει την ευρηματικότητα ή τη σκηνοθετική έμπνευση για το φινάλε μιας τόσο μεγαλεπήβολης παραγωγής. Στην αρχή ίσως ξενίσουν ορισμένες επιλογές, κυρίως η γλώσσα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται ο κόσμος της ιστορίας. Σταδιακά, όμως, αντιλαμβάνεσαι τη λογική πίσω από αυτές. Ο Nolan δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει με αρχαιολογική πιστότητα την Εποχή του Χαλκού. Δεν τον απασχολεί η ιστορική ανασύσταση, αλλά η δημιουργία μιας νέας εκδοχής του μύθου που να συνομιλεί με τον σύγχρονο θεατή. Επιχειρεί να αφηγηθεί μια ιστορία διαχρονική, όχι μουσειακή.
Ως κινηματογραφικό θέαμα, η ταινία είναι πραγματικά πληθωρική. Οι εικόνες, η δράση, η κλίμακα και η αίσθηση του επικού είναι αδιάκοπα παρούσες. Είναι από εκείνες τις εμπειρίες που σε χορταίνουν οπτικά. Εκεί όπου ίσως υστερεί είναι στο συναισθηματικό επίπεδο. Αν και ο Nolan ποτέ δεν υπήρξε δημιουργός που επένδυε πρωτίστως στο συναίσθημα, εδώ η ψυχρότητα της αφήγησης γίνεται περισσότερο αισθητή από όσο μάλλον θα έπρεπε. Μόλις μία σκηνή με άγγιξε πραγματικά συναισθηματικά και, ας είμαστε ειλικρινείς, όταν υπάρχει σκύλος στην εξίσωση, η συγκίνηση έρχεται μάλλον… ευκολότερα.
Ο νόστος επαναπροσδιορίζεται, αλλά με ποιο τίμημα;
Το ουσιαστικότερο στοιχείο της ταινίας, εκεί όπου βρίσκεται και η πραγματική της αξία είναι τι ότι ο Nolan επανανοηματοδοτεί την ίδια την έννοια του νόστου. Στη δική του εκδοχή, ο Οδυσσέας δεν αναζητά πρωτίστως την επιστροφή στην Ιθάκη ή την επανένωση με την οικογένειά του. Αναζητά την επιστροφή στον ίδιο του τον ηθικό πυρήνα.
Πρόκειται για μία εξαιρετικά τολμηρή και βαθιά ενδιαφέρουσα ερμηνευτική προσέγγιση. Η δεκαετής περιπλάνηση παύει να αποτελεί απλώς μια γεωγραφική οδύσσεια και μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή και ηθική εξορία. Ο ήρωας χάνεται επειδή έχει προηγουμένως χάσει τον εαυτό του. Η απομάκρυνση από την ενσυναίσθηση και τις ηθικές του αρχές δεν οδηγεί μόνο στη δική του προσωπική κατάρρευση, αλλά συμπαρασύρει ολόκληρους λαούς και πολιτισμούς στην καταστροφή.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ταινία λειτουργεί και ως ένα εύστοχο μετα-σχόλιο για τη σύγχρονη πραγματικότητα: για την τοξική ανθρωποφαγία, την απουσία ενσυναίσθησης και τη συλλογική ηθική αποσύνθεση που κυριαρχούν ολοένα και περισσότερο, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τέχνη και τον δημόσιο διάλογο.
Για να υπηρετήσει, όμως, αυτή τη θεματική, ο Nolan προβαίνει σε μια τεράστια δημιουργική θυσία. Ο δικός του Οδυσσέας ελάχιστα θυμίζει τον πολυμήχανο ήρωα του Ομήρου. Δεν διαθέτει τη σαγήνη, την παιχνιδιάρικη ευφυΐα, τη γοητευτική πανουργία και εκείνη τη σχεδόν θεατρική τσαχπινιά που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πλέον εμβληματικούς χαρακτήρες στην ιστορία της παγκόσμιας αφήγησης. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά υποχωρούν, προκειμένου να αναδειχθεί η αλληγορική διάσταση του χαρακτήρα.
Το αποτέλεσμα είναι ένας Οδυσσέας που περισσότερο αντιδρά στα γεγονότα παρά τα διαμορφώνει. Ένας ήρωας που μοιάζει να παρασύρεται από τη μεγαλοπρέπεια των σκηνικών, των ιδεών και των εντυπωσιακών set pieces του Nolan, αντί να τα κυριαρχεί. Σε αρκετές στιγμές θυμίζει περισσότερο έναν ακόμη βασανισμένο, εσωστρεφή πρωταγωνιστή της φιλμογραφίας του σκηνοθέτη, παρά τον ακαταμάχητο trickster που η παγκόσμια μυθολογία διατήρησε ζωντανό επί χιλιάδες χρόνια.
Παρ’ όλα αυτά, η «Οδύσσεια» παραμένει ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό επίτευγμα. Ένα αληθινό οπτικοακουστικό υπερθέαμα, με μια εξαιρετικά τολμηρή, επίκαιρη και ουσιαστική ερμηνεία του ομηρικού μύθου, που δύσκολα αφήνει τον θεατή αδιάφορο. Μόνο που, στο τέλος, υπήρξε η αίσθηση πως ο μεγαλύτερος πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας, αλλά η ιδέα που ο Nolan θέλει να εκφράσει μέσα από αυτόν. Και αυτή, όσο συναρπαστική κι αν είναι, δεν αρκεί για να αντικαταστήσει τη γοητεία ενός από τους σπουδαιότερους ήρωες που δημιούργησε ποτέ η ανθρώπινη φαντασία.