Νέα στοιχεία φέρνουν στο φως τις μεγάλες διαφορές στις τιμές βασικών προϊόντων μεταξύ Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν έως και 100% ακριβότερα για τα ίδια ακριβώς προϊόντα πολυεθνικών εταιρειών.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τις τιμές βασικών προϊόντων να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο του τηλεοπτικού δελτίου ειδήσεων του Alpha, κατά την οποία παρουσιάστηκαν στοιχεία που δείχνουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν σημαντικά ακριβότερα τα ίδια προϊόντα πολυεθνικών εταιρειών σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Αντώνης Σρόιτερ και ο Αντώνης Μονεμβασιώτης στάθηκαν στις μεγάλες αποκλίσεις των τιμών, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για προϊόντα τα οποία κυκλοφορούν στις ίδιες ευρωπαϊκές αγορές, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τους λόγους που η Ελλάδα εμφανίζει τόσο υψηλές τιμές.
Εντυπωσιακές διαφορές στις τιμές
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το βρεφικό γάλα, το οποίο στην Ελλάδα κοστίζει 28,63 ευρώ, όταν στο Βέλγιο διατίθεται προς 16,86 ευρώ και στη Ρουμανία προς 24,34 ευρώ.
Η διαφορά με το Βέλγιο αγγίζει σχεδόν το 70%, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για το ίδιο προϊόν της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν και άλλα βασικά προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης. Στα δημητριακά, η τιμή χωρίς ΦΠΑ στην Ελλάδα διαμορφώνεται στα 9,06 ευρώ, ενώ στο Βέλγιο ανέρχεται στα 6,27 ευρώ και στην Πορτογαλία στα 6,16 ευρώ.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην Πορτογαλία, καθώς πρόκειται για χώρα με παρόμοια οικονομικά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την εξήγηση των μεγάλων διαφορών στις τιμές.
Δεν εξηγείται μόνο από τη φορολογία
Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, οι συγκρίσεις πραγματοποιήθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις πριν από την επιβολή του ΦΠΑ, γεγονός που σημαίνει ότι η φορολογία από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει τις αποκλίσεις.
Παράλληλα, αμφισβητήθηκε και το επιχείρημα του αυξημένου μεταφορικού κόστους. Ως παράδειγμα αναφέρθηκε η Κύπρος, η οποία λόγω της νησιωτικής της θέσης αντιμετωπίζει μεγαλύτερες μεταφορικές επιβαρύνσεις, παρ’ όλα αυτά σε ορισμένα προϊόντα εμφανίζει χαμηλότερες τιμές από την Ελλάδα.
Στα αναψυκτικά, για παράδειγμα, η τιμή ανά λίτρο χωρίς ΦΠΑ στην Ελλάδα φτάνει τα 1,13 ευρώ, ενώ σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Κύπρος διαμορφώνεται στα 0,99 ευρώ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στα φακελάκια τσαγιού, όπου η τιμή στην Ελλάδα ανέρχεται στα 0,08 ευρώ ανά τεμάχιο, όταν σε περισσότερες από πέντε ευρωπαϊκές χώρες η μέση τιμή διαμορφώνεται στα 0,04 ευρώ, δηλαδή περίπου στο μισό.
Τα ερωτήματα των καταναλωτών
Τα στοιχεία αυτά επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από το υψηλό κόστος ζωής στην Ελλάδα και τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών από τις πολυεθνικές εταιρείες.
Όπως επισημάνθηκε, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί οι ίδιες εταιρείες διαθέτουν τα ίδια προϊόντα σε αισθητά χαμηλότερες τιμές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ στην Ελλάδα οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν σημαντικά περισσότερα.
Το ζήτημα της ακρίβειας αποτελεί διαχρονικό αντικείμενο δημόσιου διαλόγου, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει δοθεί μια ολοκληρωμένη απάντηση που να εξηγεί πλήρως τις μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, που συνεχίζουν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος διαβίωσης, οι συγκρίσεις αυτές ενισχύουν την αίσθηση ότι πληρώνουν δυσανάλογα ακριβά για προϊόντα που στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές διατίθενται σε πολύ χαμηλότερες τιμές.