Μια σοβαρή υπόθεση που, σύμφωνα με τις καταγγελίες της παθούσας, διαρκεί σχεδόν τρία χρόνια έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό. Πρωταγωνίστρια είναι γνωστή ζαχαροπλάστισσα, ιδιαίτερα δημοφιλής στο TikTok για τις εντυπωσιακές δημιουργίες της, η οποία υποστηρίζει στο eReportaz και την Φαίδρα Καπετάνιου ότι ζει καθημερινά υπό καθεστώς φόβου εξαιτίας της συμπεριφοράς γυναίκας που κατοικεί απέναντι από την επιχείρησή της.
«Η ζαχαροπλάστισσα του TikTok» καταγγέλλει τριετή εφιάλτη
Η επαγγελματίας περιγράφει μια μακρά περίοδο συνεχών περιστατικών παρενόχλησης, βανδαλισμών και απειλών, τα οποία, όπως αναφέρει, έχουν επηρεάσει τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική της ζωή. Παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες στις Αρχές και τις νομικές ενέργειες που έχει πραγματοποιήσει, υποστηρίζει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί οριστική λύση.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, τα πρώτα περιστατικά καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο του 2023. Τότε βρήκε στην είσοδο του καταστήματός της ένα ανώνυμο απειλητικό σημείωμα, χωρίς να γνωρίζει ποιος βρισκόταν πίσω από αυτό. Όπως λέει, σύντομα ακολούθησαν νέα περιστατικά, τα οποία φαίνεται να επαναλαμβάνονταν με συγκεκριμένη χρονική συχνότητα. Η ίδια υποστηρίζει ότι κάθε περίπου 28 ημέρες σημειωνόταν ένα νέο συμβάν. Άλλοτε επρόκειτο για νέα απειλητικά σημειώματα και άλλοτε για φθορές στην πρόσοψη του καταστήματος, με ουσίες που λέει ότι λέρωναν τη βιτρίνα και προκαλούσαν ζημιές. Όπως ισχυρίζεται, στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι η γυναίκα που καταγγέλλει απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στον κύκλο της πανσελήνου και θεωρούσε πως οι ενέργειές της έπρεπε να πραγματοποιούνται ανά 28 ημέρες.
Η κατάσταση, σύμφωνα με την επιχειρηματία, κλιμακώθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Τότε, όπως περιγράφει, η καταγγελλόμενη προσπάθησε να αφήσει αντικείμενο κάτω από την πόρτα του καταστήματος. Επειδή υπήρχε ειδικό προστατευτικό στη βάση της εισόδου, φέρεται να επέστρεψε την επόμενη ημέρα και να το αφαίρεσε, κίνηση που, σύμφωνα με την ίδια, καταγράφηκε από κάμερα ασφαλείας.
Λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης στο TikTok, σημειώθηκε έντονο επεισόδιο μεταξύ των δύο γυναικών. Η επιχειρηματίας υποστηρίζει ότι δέχθηκε ευθείες απειλές ακόμη και για το ανήλικο παιδί της, γεγονός που την οδήγησε στην κατάθεση της πρώτης μήνυσης. Από εκείνο το σημείο και μετά, όπως αναφέρει, τα περιστατικά όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά έγιναν ακόμη πιο συχνά και πιο σοβαρά. Μεταξύ άλλων, καταγγέλλει ότι βρέθηκαν άγνωστα προϊόντα στη βιτρίνα της επιχείρησης, ενώ σε διαφορετικές περιπτώσεις εντοπίστηκαν μεγάλες ποσότητες λαδιού στην είσοδο, καρφίτσες πεταμένες στο πεζοδρόμιο και ουσίες που προκάλεσαν φθορές στη γυάλινη πρόσοψη του καταστήματος. Η ίδια θεωρεί ότι οι ενέργειες αυτές έθεσαν σε κίνδυνο τόσο τους πελάτες όσο και τους περαστικούς, ενώ παράλληλα δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησής της.
Σύμφωνα με την επιχειρηματία, όταν επιχείρησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση εξωδικαστικά, απευθυνόμενη τόσο στην καταγγελλόμενη όσο και σε συγγενικό της πρόσωπο, δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει, η δημοσιοποίηση βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα οποία είχαν αλλοιωθεί τα χαρακτηριστικά της γυναίκας, οδήγησε στην αποστολή εξωδίκων με αίτημα να αποσυρθεί το σχετικό υλικό από το διαδίκτυο.
Παράλληλα, η ζαχαροπλάστισσα αναφέρει ότι αισθανόταν διαρκώς πως παρακολουθείται, καθώς η καταγγελλόμενη βρισκόταν συχνά στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας της, το οποίο έχει οπτική επαφή με το κατάστημα. Το σοβαρότερο, σύμφωνα με την ίδια, περιστατικό σημειώθηκε το καλοκαίρι του 2026, όταν διακόπηκε η ηλεκτροδότηση της επιχείρησης για περισσότερες από 24 ώρες. Η πολύωρη διακοπή είχε ως αποτέλεσμα να αλλοιωθούν πρώτες ύλες και να χαθούν παραγγελίες, προκαλώντας σημαντική οικονομική ζημιά.
Μετά το περιστατικό αυτό, η επιχειρηματίας αποφάσισε να τοποθετήσει πρόσθετες κάμερες ασφαλείας τόσο στο κατάστημα όσο και στον χώρο όπου βρίσκονται οι ηλεκτρικοί πίνακες. Όπως υποστηρίζει, λίγες ημέρες αργότερα καταγράφηκε νέο περιστατικό, κατά το οποίο άγνωστο άτομο φέρεται να προχώρησε εκ νέου σε διακοπή της ηλεκτροδότησης. Η ίδια αναφέρει ότι ενημερώθηκε άμεσα μέσω του συστήματος ασφαλείας και μετέβη στο κατάστημα μέσα σε λίγα λεπτά.
Η επιχειρηματίας εκφράζει παράλληλα την απογοήτευσή της για την εξέλιξη της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι οι δικαστικές διαδικασίες προχωρούν με πολύ αργούς ρυθμούς, ενώ οι επανειλημμένες καταγγελίες της δεν έχουν οδηγήσει μέχρι στιγμής σε οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Όπως επισημαίνει, σε αρκετές περιπτώσεις οι αστυνομικές δυνάμεις μετέβησαν στην κατοικία της καταγγελλόμενης στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωσή της. Η ίδια δηλώνει ότι πλέον δεν αισθάνεται ασφαλής ούτε στο κατάστημα ούτε στην καθημερινότητά της, καθώς δεν γνωρίζει ποιο θα είναι το επόμενο περιστατικό.
«Δεν ξέρω τι θα βρω κάθε μέρα στο κατάστημά μου», αναφέρει χαρακτηριστικά. Παράλληλα τονίζει ότι αποφάσισε να δημοσιοποιήσει την υπόθεση όχι για λόγους προβολής, αλλά επειδή αισθάνεται ότι έχει εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο προστασίας. «Δεν φοβάμαι να κινηθώ νομικά, αλλά η Δικαιοσύνη αργεί. Η ζωή μου, η σωματική μου ακεραιότητα και η περιουσία μου βρίσκονται σε καθημερινό κίνδυνο. Δεν μπορώ να είμαι σε διαρκή φόβο, ούτε να καταστρέφεται η δουλειά μου από έναν άνθρωπο που κινείται εκτός ελέγχου. Ζητώ την κοινοποίηση του θέματος ώστε οι αρμόδιες αρχές να παρέμβουν πριν συμβεί κάτι χειρότερο», δηλώνει.