Η δολοφονία του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τις Αρχές, στις πλέον βίαιες υποθέσεις των τελευταίων ετών. Ο 73χρονος εντοπίστηκε νεκρός μέσα στο δικηγορικό του γραφείο στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, ενώ για τον θάνατό του συνελήφθη 28χρονος Αιγύπτιος, ο οποίος τελικά παραδέχθηκε την επίθεση.
Σταύρος Γεωργίου: Η μοιραία συνάντηση και το έγκλημα στο δικηγορικό γραφείο
Η μοιραία γνωριμία φαίνεται πως εξελίχθηκε το απόγευμα της μοιραίας Δευτέρας. Ο δικηγόρος βρισκόταν με παρέα σε φούρνο-καφέ στην πλατεία Βικτωρίας, όπου συνάντησε τον 28χρονο. Ακολούθησε επίσκεψη σε μπαρ της οδού Πιπίνου και στη συνέχεια οι δύο άνδρες κατευθύνθηκαν στο γραφείο του Γεωργίου, χώρο στον οποίο ο ίδιος συνήθιζε να διανυκτερεύει αρκετές νύχτες την εβδομάδα. Αφού άφησε το αυτοκίνητό του σε κοντινό πάρκινγκ, μπήκε μαζί με τον νεαρό στην πολυκατοικία. Εκεί σημειώθηκε η φονική επίθεση.
Η βιαιότητα ήταν τέτοια ώστε ο 28χρονος τραυμάτισε το χέρι του και χρειάστηκε να μεταβεί στο ΚΑΤ. Εκεί φέρεται να έδωσε ψευδή στοιχεία, δέχθηκε τις πρώτες βοήθειες και αργότερα διανυκτέρευσε σε φίλο του. Μέχρι τη σύλληψή του κινούνταν στο κέντρο της Αθήνας.
Την Τρίτη η οικογένεια του δικηγόρου βίωσε δραματικές ώρες. Ο Γεωργίου επρόκειτο να συναντήσει τον αδελφό και τις δίδυμες κόρες του στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου είχαν προγραμματίσει εργασίες ανακαίνισης στον οικογενειακό τάφο και τρισάγιο για τη γιαγιά των κοριτσιών, η οποία είχε πεθάνει τον προηγούμενο Δεκέμβριο. Η απουσία του και οι αναπάντητες κλήσεις προκάλεσαν ανησυχία. Οι κόρες του επικοινώνησαν με τη στενή οικογενειακή φίλη και ψυχολόγο Χρυσούλα Μαυράκη, η οποία αρχικά θεώρησε πιθανό να κοιμόταν στο γραφείο με το κινητό στο αθόρυβο.
Όταν όμως οι ώρες περνούσαν χωρίς επικοινωνία, οι κόρες του, συνοδευόμενες από ενήλικα, πήγαν στο γραφείο. Με αντικλείδι που διέθετε ο θυρωρός άνοιξαν την πόρτα και αντίκρισαν τον πατέρα τους νεκρό. Η Μαυράκη τον περιέγραψε ως αφοσιωμένο πατέρα, ικανό νομικό και ιδιαίτερα ευαίσθητο φίλο.
Οι αστυνομικοί βρήκαν τη σορό γυμνή, σε εμβρυακή θέση, με τα ρούχα σκορπισμένα και σοβαρά τραύματα στο κεφάλι. Οι ιατροδικαστές απέδωσαν τον θάνατο σε αλλεπάλληλα ισχυρότατα χτυπήματα, πιθανώς με αμβλύ αντικείμενο ή από πρόσκρουση του κεφαλιού σε τοίχους και έπιπλα.
Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν είχε σχεδιάσει τη δολοφονία. Κατά τη δική του εκδοχή, αφού είχαν καταναλώσει αλκοόλ, ο δικηγόρος προσφέρθηκε να τον μεταφέρει σπίτι, αλλά προηγουμένως σταμάτησαν στο γραφείο. Εκεί ισχυρίζεται ότι προτάθηκε ερωτική συνεύρεση και ότι ο ίδιος ζήτησε πρώτα χρήματα, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, προκάλεσε καβγά και συμπλοκή. Παραδέχθηκε ότι χτύπησε επανειλημμένα τον 73χρονο και ότι έφυγε παίρνοντας ένα λάπτοπ, το οποίο αργότερα πούλησε. Αρνείται ότι αφαίρεσε χρήματα ή το κινητό του θύματος, το οποίο δεν έχει βρεθεί, με τις Αρχές να εξετάζουν το ενδεχόμενο να αφαιρέθηκε ώστε να δυσκολέψει η έρευνα.
Τα στοιχεία που οδήγησαν στη σύλληψη του 28χρονου
Καθοριστικά για την ταυτοποίησή του ήταν οι κάμερες ασφαλείας, ιδιαίτερα εκείνη της εισόδου της πολυκατοικίας, που κατέγραψε τον δικηγόρο και τον 28χρονο να εισέρχονται στο κτίριο. Παράλληλα, εγκληματολογική εξέταση εντόπισε αποτυπώματά του στο γραφείο. Ο άνδρας συνελήφθη στην οδό Αχαρνών, στα όρια του αυτοφώρου, από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, αφού προηγουμένως είχε αναζητηθεί σε διάφορες διευθύνσεις, καθώς δεν διέθετε σταθερή κατοικία. Αρχικά αρνήθηκε κάθε σχέση με το έγκλημα, όμως όταν του παρουσιάστηκαν τα στοιχεία ομολόγησε. Πλέον αναμένεται η απολογία του στον ανακριτή.
Ο 28χρονος ήταν ήδη γνωστός στις Αρχές και παρέμενε παράνομα στην Ελλάδα. Αιτήματα ασύλου που είχε καταθέσει το 2023 και το 2024 απορρίφθηκαν, με την τελεσίδικη απόφαση να του επιδίδεται στα τέλη του 2025. Από τον Μάιο του 2026 εκκρεμούσε επιπλέον ένταλμα σύλληψης για υπόθεση βιασμού ανήλικης, που φέρεται να είχε τελεστεί δύο χρόνια νωρίτερα μαζί με άλλους αλλοδαπούς. Η διεύθυνση που είχε δηλώσει στον Άλιμο αποδείχθηκε ψευδής, με αποτέλεσμα να μην έχει εντοπιστεί. Μετά τη σύλληψή του ασκήθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κλοπή και παράνομη παραμονή στη χώρα.
Οι μεγάλες υποθέσεις, η επίθεση στο γραφείο και τα ερωτήματα της οικογένειας
Ο Σταύρος Γεωργίου είχε πολυετή και έντονη παρουσία στις δικαστικές αίθουσες. Στη δίκη της «17 Νοέμβρη» εκπροσώπησε ως πολιτική αγωγή την οικογένεια του αστυφύλακα Χρήστου Μάτη, που δολοφονήθηκε το 1984. Αργότερα υπερασπίστηκε τον 13χρονο βασικό κατηγορούμενο στην υπόθεση εξαφάνισης και δολοφονίας του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι στη Βέροια, αμφισβητώντας μαζί με την Ελίζα Βόζεμπεργκ τη νομιμότητα της προανακριτικής διαδικασίας και φτάνοντας έως τον Άρειο Πάγο. Το 2015 εκπροσώπησε τη μητέρα της τετράχρονης Άννυ, σε μία υπόθεση που τον είχε συγκλονίσει βαθιά.
Στην καριέρα του χειρίστηκε επίσης πολυάριθμες υποθέσεις ανθρωποκτονιών, ναρκωτικών και οργανωμένου εγκλήματος, ενώ τα τελευταία χρόνια εμφανιζόταν συχνά στην τηλεόραση σχολιάζοντας μεγάλες ποινικές υποθέσεις, μεταξύ άλλων εκείνες των Κουφοντίνα, Λιγνάδη, Καρολάιν και Λυγγερίδη. Το 2009 το γραφείο του είχε γίνει στόχος εμπρηστικής επίθεσης με αυτοσχέδιο μηχανισμό. Η έκρηξη προκάλεσε ζημιές σε τέσσερις ορόφους και ο ίδιος είχε φύγει μόλις δέκα λεπτά νωρίτερα. Η επίθεση δεν εξιχνιάστηκε ούτε συνδέθηκε αποδεδειγμένα με κάποια υπόθεσή του, ενώ ο ίδιος είχε μιλήσει γι’ αυτήν τηλεοπτικά λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του.
Ο αδελφός του, Γιώργος Γεωργίου, μιλώντας στο eReportaz, σκιαγράφησε έναν άνθρωπο πολύ διαφορετικό από τη μαχητική εικόνα που παρουσίαζε στα δικαστήρια: εξαιρετικά ευαίσθητο, με «καρδιά μικρού παιδιού» και διάθεση να βοηθά τους άλλους. Παράλληλα ζήτησε σεβασμό προς τις δύο κόρες και τη μνήμη του αδελφού του, εκφράζοντας ενόχληση για όσα δημοσιοποιούνται με βάση αποκλειστικά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου.
Η περιουσία του Σταύρου Γεωργίου
Ο ίδιος θεωρεί σημαντικό ότι η ανάκριση παραμένει ανοιχτή, επισημαίνοντας πως η οικογένεια δεν έχει ακόμη εξετάσει τις δικογραφίες και τα ημερολόγια στο γραφείο ώστε να εξακριβωθεί εάν υπήρχε προηγούμενη γνωριμία ή επαγγελματική σχέση μεταξύ των δύο ανδρών. Κυρίως, διερωτάται πώς μια ενδεχόμενη οικονομική διαφορά της τάξης των 100 ή 200 ευρώ θα μπορούσε να εξηγήσει τέτοια ακραία βία. Όπως τονίζει, ανεξάρτητα από το τι προηγήθηκε, η αγριότητα της επίθεσης παραμένει για την οικογένεια ένα από τα βασικά αναπάντητα ερωτήματα. Ο Γιώργος Γεωργίου διευκρινίζει, τέλος, ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου.Τέλος ο Γιώργος Γεωργίου ξεκαθάρισε στο ereportaz.gr πως «δεν υπάρχει καμία αμύθητη περιουσία.Για ποια αμύθητη περιουσία μιλάμε; Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος έφτιαξε τρία, τέσσερα ακίνητα. Αυτό. Τίποτα παραπέρα. Με τον αγώνα του, με τη δουλειά του, με δάνεια έφτιαξε κάτι για να τα αφήσει στα παιδιά του».